Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Η Γραμματική για τσου παλαιούς


Οι παλαιοί Λιαπαδίτες, εδημιουργήσανε με τα χρόνια, μία δική τους διάλεκτο και εσυνεννογιούντανε, παραφράζοντας λέξεις, αλλάζοντας γράμματα, προσθέτοντας ή αφαιρώντας χαρακτήρες και γενικά κάνοντας πολλές αυθαίρετες παρεμβάσεις.
Η σκέψη μας εσήμερα, είναι να προσπαθήσουμε να καταγράψουμε όλες τσι λέξες εκείνες που εδημιουργήσανε και εχρησιμοποιούσανε οι παλαιοί Λιαπαδίτες. Τουλάχιστον αυτές που εχρησιμοποιούσανε στην εποχή τους οι παλαιότεροι μέχρι τσι μέρες μας. Ήπρεπε να καταγραφούνε και οι παλιές χωριάτικες λέξες, αλλά και οι ξενόφερτες, αυτές δηλαδή που εκαθιερωθήκανε από τσου κατά καιρούς καταχτητές του νησιού.  Και εδώ εσυναντήσαμε σοβαρές δυσκολίες. Είναι τόσο εύκολο να γράψεις ότι φανέστρα λένε το παράθυρο, υπάρχουνε όμως άλλες λέξες και εκφράσεις, που δύσκολα ταξινομούνται σε ένα αλφαβητικό ευρετήριο.
Συνήθως υπάρχουνε μεγάλες αυθαίρετες παρεκκλίσεις από τσου γραμματικούς κανόνες και αυτό κυρίως λόγω άγνοιας.
Και φαίνεται πως κάτι τέτοιο τσου εβόλευε τους παλαιούς χωριανούς μας, στην επικοινωνία τους. Ετότες υπήρχανε πολλοί αναλφάβητοι και -την εποχή εκείνηνε- ποιος να διορθώσει ποιόνε.
Διαβάστε κάποιες περιπτώσεις, για λέξεις ή και εκφράσεις που τσι λέμε ακόμα και σήμερα:
      Υπάρχουν μικρές φράσεις, αποτελούμενες από λίγες λέξεις, που η ρίζα τους δεν είναι γνωστή. Ακούμε για παράδειγμα: Αμιαμιδά, κάναλυμάγκου κλπ. Σε αυτήν την περίπτωση, τσι δεχόμαστε όλες όπως είναι, χωρίς κανένα σχόλιο.
       Άλλοντες αλλάζοντας γράμματα –πάντα αυθαίρετα- σε λέξες, πτώσεις και ονομασίες.
 Λέμε Σκουπερό ή Σκλιπερό το Σκριπερό, λέμε Γαρδαλάδες και όχι Γαρδελάδες.
        Προσθέτουμε ένα (α), λέγοντας ασμέρνα τη σμέρνα ή ένα (ι), λέγοντας χαλιβά το χαλβά ή αφαιρώντας ένα (ε), λέγοντας γγόνι το εγγόνι.
       Σε μερικά ρήματα, ο αόριστος παίρνει ένα (ε). Λέμε για παράδειγμα: επήρα, επήγα, εβράχηκα, εφύγαμε, εγίνηκε, εμάσουνε, ερώτουνε, εξιώντανε, κλπ.
        Κάποια άλλα ρήματα, πάλι στον αόριστο, αλλάζουνε κατάληξη, όπως π.χ. έπιακα, θα πιάκω, επιάκαμε, “… τσου ξατρέξανε και τσου πιάκανε όλους”.
       Άλλοντες πάλι, όταν ζητάμε κάτι, λέμε στον ενικό δώκε μου και στον πληθυντικό δώκετέ μου ή δώμουτε. 
      Μόνο οι παλιοί Λιαπαδίτες είχανε μονοσύλλαβα ρήματα: Ζιώ (ζω), λυώ (λύνω), ξυώ (ξύνω), φτυώ (φτύνω).
       Η πρόθεση από, πολλές φορές σαν πρώτο συνθετικό, δείχνει προσδιορισμό χρόνου. Όπως π.χ. απόγιορτα, απόδιαβα, απολείτουργα, αποδείπνι, απόλαμπρα.
       Στην παθητική φωνή πολλών ρημάτων, ο αόριστος είναι τελείως διαφορετικός και κλίνεται με ιδιαιτερότητες ως  εξής: εκοιμούμουνε, εκοιμούσουνε, εκοιμούντανε, εκοιμουμάστενε, εκοιμουσάστενε, εκοιμούντανε.     
         Σε μερικές λέξες, η γενική πληθυντικού καταλήγει σε –ώνες, όπως λέμε τσου Βαγιώνες (των Βαΐων), τσου γιατρώνες (τσου γιατρούς) , τσου κοτώνες (τσι κότες) τσου σκύλωνες (στα σκυλιά).
         Άλλες φορές αλλάζει το γένος τση λέξης. Λέμε (η) πράσα και όχι (τα) πράσα.
       Όσες λέξεις καταλήγουν σε –ίδι, δείχνουν μικρό μέγεθος, π.χ. καλοκαιρίδι, καρλακίδι, ανιψίδι, μαστακίδι, σαμαμίδι, μενουλίδι.
       Το ίδιο ισχύει (δείχνουν μικρό μέγεθος) και για όσες λέξες καταλήγουν σε –ίτσι π.χ. κοπελίτσι, μαχαιρίτσι, σουγιαδίτσι.
       Όσες λέξεις καταλήγουν σε –ένιο, δείχνουν την προέλευση υλικού (μπαμπακένιο, μπαρμπαρένιο, σταρένιο).
       Όσες λέξεις καταλήγουν σε –έλικο, δείχνουν ιδιότητα (ακριβέλικο, αγουρέλικο, ξινέλικο).
         Ο πληθυντικός σε ορισμένα τρισύλλαβα ουσιαστικά, διαμορφώνεται με υποβιβασμό του τόνου, από την προπαραλήγουσα στην παραλήγουσα: οι εμπόροι, οι μαρτύροι, οι γαϊδάροι,
          Μερικά θηλυκά ουσιαστικά, στον πληθυντικό καταλήγουν σε –άδες. Γιορτή-γιορτάδες, παραξενιά-παραξενάδες, γλύκα-γλυκάδες, ληστές-ληστάδες, παραμονή-παραμονάδες, Κυριακή-Κυριακάδες κ.λπ.
      Προστίθεται ένα α στην αρχή κάποιων ονομάτων ή επιθέτων: ακατόπι,
       Σε πολλά ουσιαστικά αφαιρούμε ένα –ι από την αιτιατική πληθυντικού, λέγοντας λέξες τσι λέξεις, θέσες τσι θέσεις, εξετάξες τσι εξετάσεις, αναλύσες τσι αναλύσεις κ.λπ.
      Ορισμένα προπαροξύτονα ουδέτερα ουσιαστικά, με κατάληξη –ο, (άλογο, έθιμο, πρόστιμο, πρόσωπο, τρόφιμο), στον πληθυντικό παίρνουν κατάληξη -τα και κατεβάζουν τον τόνο, (αλόγατα, απογιόματα, εθίματα, προστίματα, προσώπατα, τροφίματα).
      Ορισμένα αρσενικά ονόματα που λήγουν σε –στής, (λογιστής, τραγουδιστής, χτίστης, εφοπλιστής) στον πληθυντικό παίρνουν την κατάληξη -άδες (λογιστάδες, τραγουδιστάδες, χτιστάδες, εφοπλιστάδες). 
      Η κατάληξη -ρό, δείχνει πλήθος σε συνάρτηση με τον τόπο. Λέμε βατερό (γιομάτο βάτους), γουλερό (γιομάτο γούλους), περνερό (γιομάτο περνάρια), πετρερό (γιομάτο πέτρες), σκινερό (γιομάτο σκίνους).
       Σε ορισμένα τρισύλλαβα θηλυκά ουσιαστικά, η γενική ενικού, κλίνεται με τονισμό στη λήγουσα, π.χ. τση κοπελός, τση γυναικός,
       Σε άλλα τετρασύλλαβα και τρισύλλαβα θηλυκά ουσιαστικά, αφαιρείται τελείως η τελευταία συλλαβή –τακαθαριότη, η υγρότη, η αγνότη, η σεμνότη,
       Τα επιρρήματα που καταλήγουν σε –ίλιας, δείχνουν προέλευση μυρωδιάς (κρασίλιας, ξυνίλιας, ποδαρίλιας, τραΐλιας).
      Το πρώτο συνθετικό ματα- σημαίνει επανάληψη, (ματαπάω, ματαφέρνω, ματακάνω, ματατρώω, κλπ). 
•    Μερικά θηλυκά επίθετα που καταλήγουν σε -η, αλλάζουν κατάληξη και καταλήγουν σε -ια, (αυτή η μαργαρίτα είναι υπέροχια, η παιδικιά ολικία). 
•    Μερικά επίθετα στο θυληκό καταλήγουν σε -ισσα, (πιστικός - πιστίκισσα, αργατικός - αργατίκισσα).
•    Η κλίση του αριθμητικού επίθετου Μία, γίνεται ως εξής:
    ονομαστική: Μία
    γενική: Μιανής, “...τση μιανής τση κρέμεται η ποδιά” 
    αιτιατική: Μίανε, “...έπιε τον καφέ της με τη μίανε”.

Όλες αυτές οι παρεμβάσεις, δύσκολα ταξινομούνται. 
Ωστόσο γίνεται προσπάθεια, ώστε να αποδοθούν οι περισσότερες λέξες και φράσες.
Μαζί με τσι λέξες και φράσες, χρησιμοποιούνται αντωνυμίες, επίθετα, επιφωνήματα και επιρρήματα, που όλα μαζί συμπληρώνουν την παλιά λιαπαδίτικη διάλεκτο.
Δεικτικές Αντωνυμίες: εούτος, εούτη, εούτο, εούτοι, εούτες, εούτα | έτονε, έτηνε, έτο, έτοι, έτες, έτα | εουτοδώ, εκείνοκεί, εουταδώ, εκείνακεί.  
Κτητικές Αντωνυμίες: ετουτουνού, αυτουνού, εκεινού | ετουτουνώνες, αυτουνώνες, εκεινώνες. 
Προσωπικές Αντωνυμίες: ελλόου μου, ελλόου σου, ελλόου του.
Ποσοτικά Επίθετα:  πολύ, πιλιότερο, κουτουρού, λίγο, λιγότερο, τότσο, απανωκούκολο, ράσο, ρέγκλο, σκάρσο.
Τοπικά Επιρρήματα: εδωπανωθιό, εδωκατωθιό, εδωπεραθιό | εκειπανωθιό, εκεικατωθιό, εκειπεραθιό | αυτουπανωθιό, αυτουκατωθιό, αυτουπεραθιό | εδωπέρα, εδωπάνω, εδωκάτω | αυτουπέρα, αυτουπάνω, αυτουκάτω | εκειπέρα, εκειπάνω, εκεικάτω | εδωμεσαθιό, εκειμεσαθιό, αυτουμεσαθιό | απώδε, απόδω, απέκια, απόκια, απόξω, απόφτου | καταδώ, κατακεί, καταυτού | καταδωπέρα, κατακειπέρα, καταυτουπέρα.                             
Χρονικά Επιρρήματα: ακατόπι, αμπονόρα, αντίπροψες, απόδιαβα, απ’ όνα τότσο, δελέγκου, δύο ώρες να κάτσει ο ήλιος, ένα μομέντο, εψές, μία ώρα να φέξει, πολιώρα, προσώρας, τάρδι, χάραμα, χλούμπα.
Επιφωνήματα:
- Επιφώνημα προτροπής σε άνθρωπο: Ντέει ορέ, εξελόλωσες;
- Επιφώνημα προτροπής σε γάϊδαρο: Χάδω, χακεί, ομψουδώ, όμψουκεί, να σε κάψει η
αστραπή, λιγόχρονε, να μπει το δαιμόνιο μέσα σου
- Επιφώνημα προτροπής σε άλογο: Άε, Ντέδω
- Επιφώνημα προτροπής σε σκύλο: Σού (σημαίνει φάτονε), όξω (σημαίνει φεύγα)
- Επιφώνημα προτροπής σε σκυλάκι: Κούτσι κούτσι
- Επιφώνημα προτροπής σε γάτο: Τσίτο (σημαίνει φεύγα)
- Επιφώνημα προτροπής σε κότες: Τσούπουλι (έλα), ξίκιου (φεύγα)
- Επιφώνημα προτροπής στα πουλιά: Ούε (για να φύγουνε οι σπουργίτοι από τ’ αμπέλια.      τσουί τσουί: (για να φάνε τα κοτόπουλα).
- Επιφώνημα προτροπής σε βόϊδι: Να ωρέ να…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου